Τα
πόλη βόλτα σοπάσαν,
οι πόλεις αδειάσαν και κλείσαν
Ψαρώνει την ερημή,
στράτιοδες έρχονται,
πάνε,
ρωτάνε γιατί πολεμήσαν
και συσυχάζεις,
στο δάχτυλο βάζεις να βρεις τη βλή.
Μη με ρωτάς,
δεν θυμάμαι,
μη με ρωτάς,
μη με ρωτάς μου,
μη με ρωτάς μου,
μη με κοιτάς
μη με κοιτάς,
σε φοβάμαι,
μη με κοιτάς,
μη με κοιτάς, μη με ρωτάς.
Στην πολιτεία βραδιγάζει, το χιόνι της
τέγειες σκεπάζει,
ένα καμιόνι φορτώνει και κόβει στα δυο της η γη.
Περιπολία στους δρόμους,
και κάποια φωνή μου διατάζει,
και συσυχάζεις,
το δάχτυλο βάζεις να βρεις τη βλή.
Μη με ρωτάς,
δεν θυμάμαι,
μη με ρωτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς,
μη με κοιτάς, σε φοβάμαι,
μη με κοιτάς,
μη με ρωτάς, μη με κοιτάς, μη με ρωτάς,