Κάτι φουριώζει πίτες την ερημιά πήραν νοικόπαιδο
και τώρα χτίζουν σπίτι.
Έχουν στους ώμους τους βαριά κληρονομιά
τα τελευταία ανθρωπάκια του πλανήτη.
Σαν ξωτικά χοροπηδούν στις καλωσχές
έχουν βλέμμα ανεξίτηλο και μάτια.
Απορήμενα μας κοιτάνε στις ουρές
έτσι οι αθώα που κοιτούν ρίχνουνε κάστρα.
Κάτι εβάλλω τις συνθέτες,
τη σκηνή έχουν αντίσκηνο
και σκεπάσματα τάστα.
Στον τρίτο κόσμο αλωνίζει η ντροπή,
έχει ανάγκη θέρατζε δεν έχει μάσκα.
Είναι νεράιδα ξενυχτά στην μηχανή,
στίβες με ρούχα μεγαλώνει σαν θηρία.
Η παραμάνα μας πεθαίνει ορφανή,
αχ την αγάπη πάντα φώναζαν.