Από μεσήμερο έμοιαζε ένα στέκι,
σαν ένα μαξιγέρικο
στην ανηφοριά.
Κάθ' από μεσήμερο
στο κρυφό μας στέκι
πίσω απ' το μαγειρικό του Δελήμποργιά.
Όλα μοιάζαν ουρανός
και ψωμί σπίτις.
Όλα μοιάζαν ουρανός
και γλυκό ψωμί.
Τα χατίνα ζήλεψαν στα χλωράς μου μάτια
που
γιόμαν κάπο
βραδό
γλυκά πρωίνι.
Κι
ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια
κάποιο Σαββατοβραδό στη Κεσαριάνη.
Κι όλα γίναν κεραυνός,
πέλαγισσα αλμύρα.
Κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό, πικρό ψωμί.