Του πυριάκου το καηδούρι,
το χανόλι του σιαγούρι,
σαν γυρνούσε στο παζάρι,
το
χανιά γρήφω καμάρι.
Με κουδούνια στολισμένο,
λαχανίδα φορτωμένο,
τα
λαράκια οικονομούσε,
μες στις
γειτονιές γυρνούσε,
το είχε σαν μικρό
παιδάκι και για αυτό το χειμεράκι.
Του το σφάξαν ένα βράδυ,
τη διάμος χάρις το σκοτάλι,
του το
σφάξαν ένα βράδυ,
με τη
δύνατη μεγάλη.
Το
αμμώναχος τους δρόμους,
τα καλαπιά τους τους ώμους,
διάρκος πάντου κοιτάζει,
το
καηδούρι του φωνάζει.