πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει ένα γόρι το νεκροσέντονο,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ' άλλα,
θάνατος μονάχα,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το ξίδιος παίρνει κρίσταλο και νίκελ,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η σάρκα με ένα κέρατο θλιμμένο,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Χορδί την πάνω αρχίζει να χτυπά,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες και ο καπνός,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβή συντρόφη στα χαρασοκάκια,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του τάβρου η καρδιά μονάχα ολόρθη,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιόδιο,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Τα αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς την ώρα που βραδιάζει.
Μια κάσα με καρούλια το κρεβάτι,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουράβλια ηχούν και κόκαλα στ' αυτή του,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μετωπό το τάβρος μου κανίζει,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ειρηθίζει απ' αγωνία,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σημώνει κιόλας η σύπτυξη,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιν κακρίνου στο χλωερό βουβόνα,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκέγανε σαν ύλη,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Για το πλήθος να σπάει τα παραθύρια,
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ!
Τι θρυχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ' όλα τα ρολόγια.
Ήτανε πέντε
κι έπεφτε το βράδυ.
*
Αχ, νοφενγάρι, απάκρι σάκρι!
Αχ, νοφενγάρι, απάκρι σάκρι!
Η θύμιση μου κέγεται.
Μην είστε τως τα γιασεμιά με την αέρινη ασπράδα.
Δε θέλω να το βλέπω.