ლიილირირი
ὁ πρῶῖνο καὶ ἐνὰς καφὲς
τί ὁμορφὸ νὰ ζῆς τὴν κάθε μέρα
νὰ βγαίνεις ἀπὶ τῆς νύχτας στὴς σκιές
νὰ πιάνεις ἀπὸ τὸν πράτσο τὸν ἀγέρα
καὶ νὰ ἀνέμεσι μεριὸν ἂν γύρνας με τὸ δεικτάκι τὴν ἐφημερίδα
καὶ νὰ
ἄγρασὴ
νὰ πίνεις νὰ κέρνας μαζὴ με τὴν ἀφρῖαν ἡ ἐλπίδα
Νὰ
μπαίνεις τὴν παλιά τὴν ἀγορά
στὸς πάνγκους πορτοκάλια νὰ ευωδιάζουν
τὰ δέρφια σου ἡ ἀνθρώπις τὴν σειρά
καὶ
ἡδιαλαλυτάδες νὰ φωνάζουν
καὶ νὰ ἀνέμεσι μεριὸν ἂν γύρνας με τὸ δεικτάκι τὴν ἐφημερίδα
καὶ νὰ
ἄγρασὴ νὰ
πίνεις νὰ κέρνας μαζὴ με τὴν ἀφρῖαν ἡ ἐλπίδα
καὶ νὰ
ἀνέμεσι μεριὸν ἂν
γύρνας με τὸ δεικτάκι τὴν ἐφημερίδα
καὶ
νὰ
ἀγράσῃ νὰ πίνεις νὰ κέρνας μαζὴ με τὴν ἀφρῖαν ἡ ἐλπίδα